Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cóncavo
01
κοίλος, κυρτός προς τα μέσα
que está curvado hacia adentro como el interior de una esfera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cóncavo
συγκριτικός βαθμός
más cóncavo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cóncavo
αρσενικό πληθυντικό
cóncavos
θηλυκό ενικό
cóncava
θηλυκό πληθυντικό
cóncavas
Παραδείγματα
La pieza encaja en la zona cóncava.
Το κομμάτι ταιριάζει στην κοίλη περιοχή.
El cóncavo
[gender: masculine]
01
κοίλος, κοιλότητα
espacio hundido o ahuecado en una superficie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cóncavos
Παραδείγματα
Puso la piedra dentro del cóncavo.
Έβαλε την πέτρα μέσα στο κοίλο.



























