Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cónico
01
κωνικός, σε σχήμα κώνου
que tiene forma de cono o se asemeja a un cono
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cónico
αρσενικό πληθυντικό
cónicos
θηλυκό ενικό
cónica
θηλυκό πληθυντικό
cónicas
Παραδείγματα
El artista creó una escultura cónica.
Ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα κωνικό γλυπτό.



























