nico
ˈko
ko
ni
ni
ni
co
ko
ko
crónicocólicocómicocínico

Ορισμός και σημασία του "cónico"στα ισπανικά

01

κωνικός, σε σχήμα κώνου

que tiene forma de cono o se asemeja a un cono 
cónico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cónico
αρσενικό πληθυντικό
cónicos
θηλυκό ενικό
cónica
θηλυκό πληθυντικό
cónicas
Παραδείγματα
El sombrero tiene un diseño cónico. 

Το καπέλο έχει κωνικό σχέδιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store