Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
culto
01
μορφωμένος, καλλιεργημένος
que tiene formación intelectual o educación refinada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas culto
συγκριτικός βαθμός
mas culto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
culto
αρσενικό πληθυντικό
cultos
θηλυκό ενικό
culta
θηλυκό πληθυντικό
cultas
Παραδείγματα
Es un hombre culto y muy leído.
Είναι ένας μορφωμένος και πολύ διαβασμένος άνδρας.
El culto
01
λατρεία, θρησκευτική πρακτική
adoración o práctica religiosa dirigida a una divinidad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cultos
Παραδείγματα
El culto se celebró en el templo principal.
Η λατρεία πραγματοποιήθηκε στον κύριο ναό.
02
λατρεία
acto de veneración o gran respeto hacia una persona o entidad
Παραδείγματα
El culto a los héroes nacionales es común en la historia.
Η λατρεία των εθνικών ηρώων είναι κοινή στην ιστορία.



























