Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cultivar
01
καλλιεργώ
sembrar y cuidar plantas para producir alimentos o flores
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cultivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cultiva
ενεστώτα μετοχή
cultivando
απλός αόριστος
cultivé
παθητική μετοχή
cultivado
Παραδείγματα
Los agricultores cultivan maíz en esta región.
Οι αγρότες καλλιεργούν καλαμπόκι σε αυτήν την περιοχή.
02
καλλιεργώ
desarrollar o mantener una relación personal o profesional
Παραδείγματα
Es importante cultivar buenas amistades.
Είναι σημαντικό να καλλιεργείς καλές φιλίες.



























