Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cultivar
[past form: cultivé][present form: cultivo]
01
καλλιεργώ
sembrar y cuidar plantas para producir alimentos o flores
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cultivo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cultiva
ενεστώτα μετοχή
cultivando
απλός αόριστος
cultivé
παθητική μετοχή
cultivado
Παραδείγματα
Los científicos estudian cómo cultivar mejor ciertas plantas.
Οι επιστήμονες μελετούν πώς να καλλιεργούν καλύτερα ορισμένα φυτά.
02
καλλιεργώ
desarrollar o mantener una relación personal o profesional
Παραδείγματα
Cultivar relaciones positivas mejora el ambiente laboral.
Καλλιέργεια θετικών σχέσεων βελτιώνει το εργασιακό περιβάλλον.



























