Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crujir
01
τρίζω
producir un sonido seco y repetitivo al moverse o al presionarse un objeto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
crujo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cruje
ενεστώτα μετοχή
crujiendo
απλός αόριστος
crujió
παθητική μετοχή
crujido
Παραδείγματα
La madera del suelo crujía al caminar sobre ella.
Το ξύλινο πάτωμα τρίζει όταν περπατούσα πάνω του.
02
τραγανίζω, τρίζω
producir un sonido seco y nítido al morder o aplastar algo con los dientes
Παραδείγματα
Crujía los cubitos de hielo después de terminar el refresco.
Τραγανίζει τα παγάκια αφού τελείωσε το αναψυκτικό.



























