Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cruzar
[past form: crucé][present form: cruzo]
01
διασχίζω
pasar de un lado a otro de un lugar o cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cruzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cruza
ενεστώτα μετοχή
cruzando
απλός αόριστος
crucé
παθητική μετοχή
cruzado
Παραδείγματα
El corredor cruzó la meta en primer lugar.
Ο δρομέας διέσχισε τη γραμμή τερματισμού στην πρώτη θέση.
02
σταυρώνω (τα πόδια)
poner una pierna sobre la otra mientras se está sentado
Παραδείγματα
Prefiero no cruzar las piernas cuando estoy en público.
Προτιμώ να μην διασταυρώνω τα πόδια μου όταν βρίσκομαι σε δημόσιο χώρο.



























