cruzar
cru
kɾu
kroo
zar
ˈθaɾ
thar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "cruzar"στα ισπανικά

cruzar
01

διασχίζω

pasar de un lado a otro de un lugar o cosa 
cruzar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cruzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cruza
ενεστώτα μετοχή
cruzando
απλός αόριστος
crucé
παθητική μετοχή
cruzado
Παραδείγματα
Vamos a cruzar la calle con cuidado. 

Πρόκειται να διασχίσουμε το δρόμο προσεκτικά.

02

σταυρώνω (τα πόδια)

poner una pierna sobre la otra mientras se está sentado 
cruzar definition and meaning
Παραδείγματα
Ella siempre cruza las piernas cuando se sienta. 

Αυτή πάντα διασταυρώνει τα πόδια της όταν κάθεται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store