Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crujiente
01
τραγανός, κριτσανιστός
que se rompe fácilmente al morder o al tocar; que hace un sonido seco al romperse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más crujiente
συγκριτικός βαθμός
más crujiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
crujiente
αρσενικό πληθυντικό
crujientes
θηλυκό ενικό
crujiente
θηλυκό πληθυντικό
crujientes
Παραδείγματα
La galleta estaba tan crujiente que se rompió en pedazos.
Το μπισκότο ήταν τόσο τραγανό που έσπασε σε κομμάτια.
02
τρίζων, τραγανός
que produce un sonido seco o chirriante al moverse o al tocarlo
Παραδείγματα
El colchón crujiente dificultaba dormir bien.
Το στρώμα που τρίζει δυσκόλευε το καλό ύπνο.



























