crujiente
cruj
ˈkɾux
krookh
ien
jen
yen
te
te
te
creciente

Ορισμός και σημασία του "crujiente"στα ισπανικά

01

τραγανός, κριτσανιστός

que se rompe fácilmente al morder o al tocar; que hace un sonido seco al romperse 
crujiente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más crujiente
συγκριτικός βαθμός
más crujiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
crujiente
αρσενικό πληθυντικό
crujientes
θηλυκό ενικό
crujiente
θηλυκό πληθυντικό
crujientes
Παραδείγματα
Me gusta el pan recién horneado y crujiente. 

Μου αρέσει το φρεσκοψημένο και τραγανό ψωμί.

02

τρίζων, τραγανός

que produce un sonido seco o chirriante al moverse o al tocarlo 
crujiente definition and meaning
Παραδείγματα
El piso de madera crujiente sonaba cada vez que caminaba. 

Το ξύλινο πάτωμα τρίζον ακουγόταν κάθε φορά που περπατούσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store