la crueldad
cruel
kɾwel
κρουελ
dad
ˈdad
νταντ
densidadvariedadpubertadcantidad

Ορισμός και σημασία του "crueldad"στα ισπανικά

01

σκληρότητα, αγριότητα

acción o cualidad de causar sufrimiento a otros sin compasión 
la crueldad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crueldades
Παραδείγματα
La crueldad del dictador afectó a toda la población. 

Η σκληρότητα του δικτάτορα επηρέασε ολόκληρο τον πληθυσμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store