la crueldad
crueldad

Ορισμός και σημασία του "crueldad"στα ισπανικά

01

σκληρότητα, αγριότητα

acción o cualidad de causar sufrimiento a otros sin compasión 
la crueldad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crueldades
Παραδείγματα
La crueldad del dictador afectó a toda la población. 

Η σκληρότητα του δικτάτορα επηρέασε ολόκληρο τον πληθυσμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store