criar
criar
kɾjaɾ
kryar
crearcribarcroar

Ορισμός και σημασία του "criar"στα ισπανικά

01

ανατρέφω, εκπαιδεύω

cuidar y educar a un niño o a un animal joven hasta que sea independiente 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
crío
γ΄ ενικό πρόσωπο
cría
ενεστώτα μετοχή
criando
απλός αόριστος
crió
παθητική μετοχή
criado
Παραδείγματα
Mis abuelos criaron a siete hijos en una casa pequeña. 

Οι παππούδες μου ανέθρεψαν επτά παιδιά σε ένα μικρό σπίτι.

02

θηλάζω

alimentar a un bebé o a una cría con leche del pecho 
Παραδείγματα
Una gata cría a sus gatitos durante varias semanas. 

Μια γάτα θηλάζει τα γατάκια της για αρκετές εβδομάδες.

03

ανατρέφω

cultivar o producir algo, como plantas, animales para aprovechamiento, o incluso un ambiente o una actitud 
Παραδείγματα
El granjero cría gallinas para vender sus huevos. 

Ο αγρότης εκτρέφει κοτόπουλα για να πουλάει τα αυγά τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store