cotejar
cotejar
cortejar

Ορισμός και σημασία του "cotejar"στα ισπανικά

cotejar
01

συγκρίνω, αντιπαραβάλλω

comparar dos o más elementos para comprobar su coincidencia o diferencias 
cotejar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cotejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coteja
ενεστώτα μετοχή
cotejando
απλός αόριστος
cotejó
παθητική μετοχή
cotejado
Παραδείγματα
Se cotejaron los documentos originales. 

Τα πρωτότυπα έγγραφα αντιπαραβλήθηκαν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store