Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La costumbre
[gender: feminine]
01
συνήθεια, έθιμο
una acción o hábito que se hace regularmente y que forma parte de la vida diaria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
costumbres
Παραδείγματα
Tengo la costumbre de leer antes de dormir.
Έχω τη συνήθεια να διαβάζω πριν κοιμηθώ.
02
συνήθεια, έθιμο
práctica habitual o tradición que hace un grupo de personas de manera repetida
Παραδείγματα
Conocer las costumbres locales ayuda a integrarse mejor.
Η γνώση των τοπικών εθίμων βοηθά στην καλύτερη ενσωμάτωση.



























