Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cotejar
01
συγκρίνω, αντιπαραβάλλω
comparar dos o más elementos para comprobar su coincidencia o diferencias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cotejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coteja
ενεστώτα μετοχή
cotejando
απλός αόριστος
cotejó
παθητική μετοχή
cotejado



























