corroborar

Ορισμός και σημασία του "corroborar"στα ισπανικά

corroborar
01

επιβεβαιώνω

confirmar o apoyar una afirmación o hipótesis con pruebas o evidencia
corroborar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
corroboro
γ΄ ενικό πρόσωπο
corrobora
ενεστώτα μετοχή
corroborando
απλός αόριστος
corroboró
παθητική μετοχή
corroborado
Παραδείγματα
Otros estudios corroboran estos resultados.
Άλλες μελέτες επιβεβαιώνουν αυτά τα αποτελέσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store