Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corroborar
01
επιβεβαιώνω
confirmar o apoyar una afirmación o hipótesis con pruebas o evidencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
corroboro
γ΄ ενικό πρόσωπο
corrobora
ενεστώτα μετοχή
corroborando
απλός αόριστος
corroboró
παθητική μετοχή
corroborado
Παραδείγματα
Los datos corroboran la hipótesis.
Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν την υπόθεση.



























