corresponder

Ορισμός και σημασία του "corresponder"στα ισπανικά

corresponder
01

αντιστοιχώ

tener relación o equivalencia con algo
corresponder definition and meaning
Παραδείγματα
Esa palabra corresponde al significado en inglés.
Αυτή η λέξη αντιστοιχεί στη σημασία στα αγγλικά.
02

ανταποδίδω

devolver algo a alguien como gratitud o justicia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
correspondo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corresponde
ενεστώτα μετοχή
correspondiendo
απλός αόριστος
correspondió
παθητική μετοχή
correspondido
Παραδείγματα
Ellos corresponden la generosidad de sus amigos.
Αυτοί ανταποδίδουν την γενναιοδωρία των φίλων τους.
03

ανταποδίδω, ανταποκρίνομαι

devolver el afecto o amor que alguien te da
Παραδείγματα
Él correspondió su amor con un regalo sencillo.
Ανταπέδωσε την αγάπη της με ένα απλό δώρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store