Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corresponder
01
αντιστοιχώ
tener relación o equivalencia con algo
Παραδείγματα
Su relato corresponde a los hechos.
Η αφήγησή του αντιστοιχεί στα γεγονότα.
02
ανταποδίδω
devolver algo a alguien como gratitud o justicia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
correspondo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corresponde
ενεστώτα μετοχή
correspondiendo
απλός αόριστος
correspondió
παθητική μετοχή
correspondido
Παραδείγματα
Quiero corresponder tu amabilidad.
Θέλω να ανταποδώσω την καλοσύνη σου.
03
ανταποδίδω, ανταποκρίνομαι
devolver el afecto o amor que alguien te da
Παραδείγματα
Él correspondió su amor con un abrazo.
Αυτός ανταπέδωσε την αγάπη της με μια αγκαλιά.



























