Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cornudo
01
κερασφόρος, με κέρατα
un animal que tiene cuernos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cornudo
συγκριτικός βαθμός
más cornudo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cornudo
αρσενικό πληθυντικό
cornudos
θηλυκό ενικό
cornuda
θηλυκό πληθυντικό
cornudas
Παραδείγματα
El toro es un animal cornudo y fuerte.
Ο ταύρος είναι ένα κερασφόρο και δυνατό ζώο.



























