Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La coqueta
01
καθρέφτης τουαλέτας, τραπέζι τουαλέτας
mueble con espejo y cajones donde se guardan objetos de aseo o maquillaje
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
coquetas
Παραδείγματα
Puse mis perfumes sobre la coqueta.
Έβαλα τα άρωμά μου πάνω στο καθρέφτη του ντουλαπιού.



























