Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
copiar
01
μιμούμαι
hacer lo mismo que otra persona, imitar sus acciones, palabras o estilo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
copio
γ΄ ενικό πρόσωπο
copia
ενεστώτα μετοχή
copiando
απλός αόριστος
copió
παθητική μετοχή
copiado
Παραδείγματα
Los niños suelen copiar a sus hermanos mayores.
Τα παιδιά συχνά μιμούνται τα μεγαλύτερα αδέρφια τους.
02
σημειώνω, καταγράφω
escribir algo para recordarlo o anotarlo
Παραδείγματα
El estudiante copió las ideas del profesor durante la clase.
Ο μαθητής αντέγραψε τις ιδέες του δασκάλου κατά τη διάρκεια του μαθήματος.
03
αντιγράφω
duplicar información de un lugar a otro en una computadora
Παραδείγματα
Necesito copiar este archivo a mi USB.
Πρέπει να αντιγράψω αυτό το αρχείο στο USB μου.
04
αντιγράφω
mirar el trabajo o las respuestas de otra persona de manera secreta y deshonesta durante un examen
Παραδείγματα
El profesor lo vio copiar del examen de su compañero.
Ο δάσκαλος τον είδε να αντιγράφει από την εξέταση του συμμαθητή του.



























