Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contradecir
01
αντιφάσκω, διαφωνώ
decir lo contrario de lo que otra persona afirma o expresar desacuerdo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
contradigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
contradice
ενεστώτα μετοχή
contradiciendo
απλός αόριστος
contradijo
παθητική μετοχή
contradicho
Παραδείγματα
No quiero contradecirte, pero creo que estás equivocado.
Δεν θέλω να αντιφάσκω, αλλά νομίζω ότι κάνεις λάθος.
LanGeek



























