la contención
contención
kon̪ten̪θjon
kontenthyon
conjunciónconvencióncontrición

Ορισμός και σημασία του "contención"στα ισπανικά

La contención
01

περιορισμός, έλεγχος

acción de limitar, sujetar o moderar algo 
la contención definition and meaning
Παραδείγματα
La contención del gasto es necesaria. 

Ο περιορισμός των δαπανών είναι απαραίτητος.

02

αγωγή, νομική ενέργεια

acción legal presentada ante un tribunal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
contenciones
Παραδείγματα
Presentaron una contención contra la empresa. 

Υπέβαλαν contención κατά της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store