Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contagiar
01
μολύνω, μεταδίδω
transmitir una enfermedad a otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
contagio
γ΄ ενικό πρόσωπο
contagia
ενεστώτα μετοχή
contagiando
απλός αόριστος
contagió
παθητική μετοχή
contagiado
Παραδείγματα
Me contagió su resfriado la semana pasada.
Μου μετέδωσε το κρυολόγημά του την περασμένη εβδομάδα.
02
μολύνομαι
adquirir una enfermedad de otra persona o fuente
Παραδείγματα
Se contagió con la gripe de su compañero de trabajo.
Μολύνθηκε με τη γρίπη από τον συνάδελφό του.



























