Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contagiar
01
μολύνω, μεταδίδω
transmitir una enfermedad a otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
contagio
γ΄ ενικό πρόσωπο
contagia
ενεστώτα μετοχή
contagiando
απλός αόριστος
contagió
παθητική μετοχή
contagiado
Παραδείγματα
¿ Crees que me puedo contagiar si uso su toalla?
Μολύνω σημαίνει να μεταδίδω μια ασθένεια σε άλλο άτομο.
02
μολύνομαι
adquirir una enfermedad de otra persona o fuente
Παραδείγματα
Muchos se contagiaron de la enfermedad este invierno.
Πολλοί μολύνθηκαν από την ασθένεια αυτόν τον χειμώνα.



























