contar
Pronunciation
/kɔntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "contar"στα ισπανικά

contar
01

μετρώ, απαριθμώ

enumerar cosas una a una
contar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuento
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuenta
ενεστώτα μετοχή
contando
απλός αόριστος
conté
παθητική μετοχή
contado
Παραδείγματα
Él contó cada paso que dio.
Αυτός μέτρησε κάθε βήμα που έκανε.
02

αφηγούμαι

relatar o narrar algo a alguien
contar definition and meaning
Παραδείγματα
Me contó sus planes para el fin de semana.
Μου ανέφερε τα σχέδιά του για το σαββατοκύριακο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store