Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contar
01
μετρώ, απαριθμώ
enumerar cosas una a una
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuento
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuenta
ενεστώτα μετοχή
contando
απλός αόριστος
conté
παθητική μετοχή
contado
Παραδείγματα
Conté hasta diez antes de responder.
Μέτρησα μέχρι το δέκα πριν απαντήσω.
02
αφηγούμαι
relatar o narrar algo a alguien
Παραδείγματα
Ella me contó un secreto.
Μου ανέφερε ένα μυστικό.



























