Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contar
01
μετρώ, απαριθμώ
enumerar cosas una a una
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuento
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuenta
ενεστώτα μετοχή
contando
απλός αόριστος
conté
παθητική μετοχή
contado
Παραδείγματα
Él contó cada paso que dio.
Αυτός μέτρησε κάθε βήμα που έκανε.
02
αφηγούμαι
relatar o narrar algo a alguien
Παραδείγματα
Me contó sus planes para el fin de semana.
Μου ανέφερε τα σχέδιά του για το σαββατοκύριακο.



























