Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consolidar
01
ενισχύω,σταθεροποιώ, تقویت کردن
hacer algo más fuerte, sólido o estable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
consolido
γ΄ ενικό πρόσωπο
consolida
ενεστώτα μετοχή
consolidando
απλός αόριστος
consolidó
παθητική μετοχή
consolidado
Παραδείγματα
La empresa consolidó su posición en el mercado.
Η εταιρεία εδραίωσε τη θέση της στην αγορά.



























