consolidar

Ορισμός και σημασία του "consolidar"στα ισπανικά

consolidar
01

ενισχύω,σταθεροποιώ, تقویت کردن

hacer algo más fuerte, sólido o estable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
consolido
γ΄ ενικό πρόσωπο
consolida
ενεστώτα μετοχή
consolidando
απλός αόριστος
consolidó
παθητική μετοχή
consolidado
Παραδείγματα
El equipo consolidó su liderazgo tras la victoria.
Η ομάδα ενίσχυσε την ηγεσία της μετά τη νίκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store