Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El consejero
01
σύμβουλος, παραινετής
persona que da consejos o guía a otros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
consejeros
αρσενικό ενικό
consejero
θηλυκό ενικό
consejera
neutral form
asesor
Παραδείγματα
El consejero recomienda la mejor estrategia.
Ο σύμβουλος προτείνει την καλύτερη στρατηγική.
02
σύμβουλος, υπουργός
miembro del gobierno que dirige un área específica
Παραδείγματα
El consejero de Educación anunció cambios.
Ο σύμβουλος Εκπαίδευσης ανακοίνωσε αλλαγές.
LanGeek



























