Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conmemorar
01
τιμώ, εορτάζω
recordar y honrar a una persona o acontecimiento importante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
conmemoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
conmemora
ενεστώτα μετοχή
conmemorando
απλός αόριστος
conmemoró
παθητική μετοχή
conmemorado
Παραδείγματα
Se colocó una placa para conmemorar el evento.
Τοποθετήθηκε μια πλακέτα για να τιμήσει το γεγονός.



























