Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El conjuro
[gender: masculine]
01
ξόρκι εξορκισμού
ritual o fórmula que se realiza para expulsar un espíritu o demonio de una persona, lugar u objeto
Παραδείγματα
Practicar un conjuro sin conocimiento puede ser peligroso.
Η πρακτική ενός conjuro χωρίς γνώση μπορεί να είναι επικίνδυνη.
02
ξόρκι, μαγεία
palabra, frase o ritual que se cree tiene poder mágico para provocar efectos sobrenaturales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conjuros
Παραδείγματα
Cada conjuro requiere palabras exactas y gestos precisos.
Κάθε ξόρκι απαιτεί ακριβείς λέξεις και ακριβείς χειρονομίες.



























