la complicación

Ορισμός και σημασία του "complicación"στα ισπανικά

La complicación
01

επίπλοκη, δυσκολία

situación o factor que hace que algo sea más difícil, complejo o enredado
la complicación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
complicaciones
Παραδείγματα
Las complicaciones legales retrasaron el proyecto.
Οι επιπλοκές νομικού χαρακτήρα καθυστέρησαν το έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store