Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La complicación
01
επίπλοκη, δυσκολία
situación o factor que hace que algo sea más difícil, complejo o enredado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
complicaciones
Παραδείγματα
Las complicaciones legales retrasaron el proyecto.
Οι επιπλοκές νομικού χαρακτήρα καθυστέρησαν το έργο.



























