Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La combustión
[gender: feminine]
01
καύση, سوختن
reacción química en la que una sustancia arde al combinarse con oxígeno y libera energía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La combustión libera calor y luz.
Η καύση απελευθερώνει θερμότητα και φως.



























