el colmillo

Ορισμός και σημασία του "colmillo"στα ισπανικά

01

κυνόδοντας, δοντάκι

un diente largo y puntiagudo situado entre los incisivos y los premolares
el colmillo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colmillos
Παραδείγματα
Al bebé le está saliendo su primer colmillo y está muy molesto.
Στο μωρό βγαίνει ο πρώτος του κυνόδοντας και είναι πολύ ευερέθιστο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store