Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clandestino
01
μυστικός, παράνομος
que se hace o se mantiene en secreto para evitar ser descubierto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más clandestino
συγκριτικός βαθμός
más clandestino
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
clandestino
αρσενικό πληθυντικό
clandestinos
θηλυκό ενικό
clandestina
θηλυκό πληθυντικό
clandestinas
Παραδείγματα
La organización clandestina ayudaba a los fugitivos.
Η παράνομη οργάνωση βοηθούσε τους δραπέτες.
02
παράνομος, κρυφός
que opera o existe fuera de la ley, especialmente un negocio o actividad
Παραδείγματα
El gobierno lucha contra la minería clandestina.
Η κυβέρνηση πολεμά την παράνομη εξόρυξη.
El clandestino
01
παράνομος μετανάστης, λαθρομετανάστης
una persona que entra o vive en un país sin autorización legal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
clandestinos
Παραδείγματα
Muchos clandestinos viajan en condiciones peligrosas.
Πολλοί παράνομοι μετανάστες ταξιδεύουν σε επικίνδυνες συνθήκες.



























