Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cimentar
01
εδραιώνω, ενισχύω
fortalecer o consolidar algo, como una idea, relación o reputación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cimento
γ΄ ενικό πρόσωπο
cimenta
ενεστώτα μετοχή
cimentando
απλός αόριστος
cimentó
παθητική μετοχή
cimentado
Παραδείγματα
El proyecto se cimentó con una planificación cuidadosa.
Το έργο ενισχύθηκε με προσεκτικό σχεδιασμό.
02
θέτω τα θεμέλια, χτίζω τη βάση
construir la base o los cimientos de un edificio o estructura
Παραδείγματα
Van a cimentar la nueva casa la próxima semana.
Θα χύσουν τα θεμέλια του νέου σπιτιού την επόμενη εβδομάδα.



























