Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cincelado
01
χαρακτική, γλυπτική
el arte o la acción de labrar o decorar un material duro con un cincel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El cincelado en la plata requiere manos muy firmes.
Η χαρακτική στο ασήμι απαιτεί πολύ σταθερά χέρια.



























