Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chupar
01
γλείφω
pasar la lengua sobre algo para recoger sabor o humedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
chupa
ενεστώτα μετοχή
chupando
απλός αόριστος
chupó
παθητική μετοχή
chupado
Παραδείγματα
El bebé chupaba el dedo para calmarse.
Το μωρό έγλειφε το δάχτυλό του για να ηρεμήσει.
02
ρουφώ, βυζαίνω
hacer que un líquido o sustancia entre hacia la boca o un conducto mediante succión
Παραδείγματα
La bomba chupa el agua del depósito.
Η αντλία αναρροφά το νερό από τη δεξαμενή.
03
ρουφώ
absorber o atraer hacia el interior mediante succión
Παραδείγματα
La bomba chupa el líquido hacia el tanque.
Η αντλία αναρροφά το υγρό στη δεξαμενή.



























