el chupete
chu
ʧu
choo
pe
ˈpe
pe
te
te
te
sorbeteretretecarretebillete

Ορισμός και σημασία του "chupete"στα ισπανικά

01

πσιχτούρι, γαλακτοκομικό

un objeto de goma o silicona que los bebés chupan para calmarse 
el chupete definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chupetes
Παραδείγματα
El bebé se calmó en cuanto le dieron el chupete. 

Το μωρό ηρέμησε μόλις του έδωσαν τη πσιμούτσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store