el chupete
Pronunciation
/tʃupˈete/

Ορισμός και σημασία του "chupete"στα ισπανικά

El chupete
[gender: masculine]
01

πσιχτούρι, γαλακτοκομικό

un objeto de goma o silicona que los bebés chupan para calmarse
el chupete definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chupetes
Παραδείγματα
El niño dejó el chupete cuando cumplió tres años.
Το παιδί άφησε τη πιστόλα όταν έγινε τριών ετών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store