Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El chupete
01
πσιχτούρι, γαλακτοκομικό
un objeto de goma o silicona que los bebés chupan para calmarse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chupetes
Παραδείγματα
El niño dejó el chupete cuando cumplió tres años.
Το παιδί άφησε τη πιστόλα όταν έγινε τριών ετών.



























