Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El chubasco
01
νερόλακκος, ξαφνική καταρρακτώδης βροχή
lluvia fuerte y repentina, a veces acompañada de viento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chubascos
Παραδείγματα
Un chubasco sorprendió a los pescadores en el mar.
Ένας ξαφνικός καταιγισμός (chubasco) εξέπληξε τους ψαράδες στη θάλασσα.



























