el chantajista
chantajista

Ορισμός και σημασία του "chantajista"στα ισπανικά

El chantajista
01

εκβιαστής, απατεώνας

una persona que obtiene dinero o favores de otra amenazando con revelar información perjudicial 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chantajistas
αρσενικό ενικό
chantajista
θηλυκό ενικό
chantajista
Παραδείγματα
La víctima del chantajista finalmente acudió a la policía. 

Το θύμα του εκβιαστή τελικά πήγε στην αστυνομία.

chantajista
01

εκβιαστικός, εκβιαστικός

relacionado con el acto de chantajear; que utiliza chantaje 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chantajista
αρσενικό πληθυντικό
chantajistas
θηλυκό ενικό
chantajista
θηλυκό πληθυντικό
chantajistas
θεματικό πεδίο
comportamiento, ética, manipulación
Παραδείγματα
Usó tácticas chantajistas para conseguir lo que quería. 

Χρησιμοποίησε εκβιαστικές τακτικές για να πάρει αυτό που ήθελε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store