Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chantajear
01
εκβιάζω
obligar a alguien a hacer algo mediante amenazas, generalmente de revelar información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
chantajeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
chantajea
ενεστώτα μετοχή
chantajeando
απλός αόριστος
chantajeó
παθητική μετοχή
chantajeado
Παραδείγματα
Lo chantajearon para que firmara un contrato injusto.
Τον εκβίασαν να υπογράψει ένα άδικο συμβόλαιο.



























