Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
certificar
01
πιστοποιώ, βεβαιώνω
confirmar o declarar que algo es cierto, verdadero o cumple con ciertos estándares de manera oficial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
certifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
certifica
ενεστώτα μετοχή
certificando
απλός αόριστος
certificó
παθητική μετοχή
certificado
Παραδείγματα
¿ Quién puede certificar que tú estabas allí?
Ποιος μπορεί να πιστοποιήσει ότι ήσουν εκεί ;
02
αποστολή με συστημένη επιστολή
enviar un documento por correo certificado o registrar oficialmente su envío
Παραδείγματα
Debes certificar el envío para que tenga validez legal.
Πρέπει να πιστοποιήσετε την αποστολή για να έχει νομική ισχύ.



























