Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
certificar
01
πιστοποιώ, βεβαιώνω
confirmar o declarar que algo es cierto, verdadero o cumple con ciertos estándares de manera oficial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
certifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
certifica
ενεστώτα μετοχή
certificando
απλός αόριστος
certificó
παθητική μετοχή
certificado
Παραδείγματα
Un notario debe certificar la firma del documento.
Ένας συμβολαιογράφος πρέπει να πιστοποιήσει την υπογραφή στο έγγραφο.
02
αποστολή με συστημένη επιστολή
enviar un documento por correo certificado o registrar oficialmente su envío
Παραδείγματα
Tuve que certificar la carta en la oficina de correos.
Έπρεπε να πιστοποιήσω την επιστολή στο ταχυδρομείο.



























