centrar

Ορισμός και σημασία του "centrar"στα ισπανικά

centrar
01

κεντράρω, τοποθετώ στο κέντρο

colocar algo en el centro o hacer que gire en torno a un punto principal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
centro
γ΄ ενικό πρόσωπο
centra
ενεστώτα μετοχή
centrando
απλός αόριστος
centró
παθητική μετοχή
centrado
Παραδείγματα
El escultor trabajó para centrar la escultura en el espacio de la galería.
Ο γλύπτης εργάστηκε για να τοποθετήσει το γλυπτό στο κέντρο του χώρου της γκαλερί.
02

σταυρώνω, κάνω κέντρο

lanzar el balón desde un lateral hacia el área de gol
Παραδείγματα
El entrenador le gritó que no centrara al primer defensor, sino al segundo palo.
Ο προπονητής του φώναξε να μην κεντράρει στον πρώτο αμυντικό, αλλά στον δεύτερο δοκάρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store