Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
celestial
01
ουράνιος, θεϊκός
muy agradable o de gran belleza, como si fuera del cielo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas celestial
συγκριτικός βαθμός
mas celestial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
celestial
αρσενικό πληθυντικό
celestiales
θηλυκό ενικό
celestial
θηλυκό πληθυντικό
celestiales
Παραδείγματα
El pastel tenía un sabor celestial.
Το κέικ είχε ουράνια γεύση.
02
ουράνιος,θεϊκός, ،
relacionado con el cielo, lo divino o el ámbito religioso
Παραδείγματα
El mensaje tenía un origen celestial.
Το μήνυμα είχε ουράνια προέλευση.
Λεξικό Δέντρο
celestial
celeste



























