Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
celebrar
01
γιορτάζω
realizar una fiesta o acto para recordar un evento especial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
celebro
γ΄ ενικό πρόσωπο
celebra
ενεστώτα μετοχή
celebrando
απλός αόριστος
celebré
παθητική μετοχή
celebrado
Παραδείγματα
Vamos a celebrar tu cumpleaños esta noche.
Θα γιορτάσουμε τα γενέθλιά σου απόψε.
02
οργανώνω, πραγματοποιώ
organizar o llevar a cabo un evento o actividad
Παραδείγματα
La ciudad celebró un festival de música.
Η πόλη γιόρτασε ένα φεστιβάλ μουσικής.
03
γιορτάζεται, τελείται
realizarse un evento o conmemoración de manera oficial o tradicional
Παραδείγματα
La Navidad se celebra el 25 de diciembre.
Τα Χριστούγεννα γιορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου.



























