Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La celebridad
01
διασημότητα, φήμη
reconocimiento público o notoriedad de una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su celebridad le permitió influir en muchas personas.
Η φήμη της της επέτρεψε να επηρεάσει πολλούς ανθρώπους.
02
διασημότητα, γνωστό πρόσωπο
persona conocida públicamente o reconocida por sus logros
Παραδείγματα
El periodista entrevistó a la celebridad sobre su nuevo proyecto.
Ο δημοσιογράφος πήρε συνέντευξη από τη διασημότητα για το νέο της έργο.



























