Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La celda
01
κελί
una habitación pequeña en una prisión donde se encierra a un recluso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
celdas
Παραδείγματα
El prisionero pasó diez años en una celda solitaria.
Ο κρατούμενος πέρασε δέκα χρόνια σε ένα μοναχικό κελί.
02
κελί, μοναστηριακό κελί
una habitación pequeña y austera en un monasterio o convento donde duerme un monje o monja
Παραδείγματα
La monja se retiró a su celda para rezar.
Η μοναχή αποσύρθηκε στο κελί της για να προσευχηθεί.
03
κύτταρο, διαμέρισμα
un compartimento pequeño o una cavidad en una estructura u objeto
Παραδείγματα
El panal de abejas está formado por muchas celdas hexagonales.
Η κυψέλη αποτελείται από πολλά εξαγωνικά κελιά.



























