Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ceguera
01
τυφλότητα
la incapacidad de ver o la falta total de sentido de la vista
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Adaptó su casa para poder vivir con su ceguera.
Προσάρμοσε το σπίτι του για να μπορεί να ζήσει με την τυφλότητά του.
02
τυφλότητα, έλλειψη κρίσης
la falta de comprensión, juicio o percepción acerca de una situación
Παραδείγματα
Su ceguera ante la injusticia lo convertía en cóplice.
Η τυφλότητά του απέναντι στην αδικία τον έκανε συνεργό.



























