Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ceder
01
περνώ, παραδίδω
entregar la pelota a un compañero durante un juego
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cede
ενεστώτα μετοχή
cediendo
απλός αόριστος
cedió
παθητική μετοχή
cedido
Παραδείγματα
Es importante ceder el balón cuando estás marcado.
Είναι σημαντικό να παραδίδεις την μπάλα όταν είσαι σημαδεμένος.
02
παραιτούμαι, υποχωρώ
renunciar a algo, permitir que otra persona lo tenga o lo gane
Παραδείγματα
Cedieron la ventaja al otro equipo.
Παρέδωσαν το πλεονέκτημα στην άλλη ομάδα.
03
μεταβιβάζω, παραχωρώ
traspasar, entregar o transmitir algo a otra persona
Παραδείγματα
Cedieron la propiedad de la casa a su hijo.
Μετέφεραν την ιδιοκτησία του σπιτιού στον γιο τους.



























