Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cazar
01
κυνηγώ, καταδιώκω
buscar, perseguir y atrapar animales, generalmente para alimento o deporte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
caza
ενεστώτα μετοχή
cazando
απλός αόριστος
cazó
παθητική μετοχή
cazado
Παραδείγματα
Mi abuelo solía cazar con perros.
Ο παππούς μου κυνηγούσε με σκύλους.
02
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
comprender, notar o captar algo, especialmente rápido o con astucia
Παραδείγματα
¿Cazaste la broma que hizo Juan?
Κατάλαβες το αστείο που έκανε ο Juan ;
03
αποκτώ, αρπάζω
lograr o conseguir algo, a veces con esfuerzo o estrategia
Παραδείγματα
Consiguió cazar un buen puesto de trabajo.
Κατάφερε να αποκτήσει μια καλή θέση εργασίας.



























