Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cazar
01
κυνηγώ, καταδιώκω
buscar, perseguir y atrapar animales, generalmente para alimento o deporte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
caza
ενεστώτα μετοχή
cazando
απλός αόριστος
cazó
παθητική μετοχή
cazado
Παραδείγματα
Él aprendió a cazar desde niño.
Έμαθε να κυνηγά από παιδί.
02
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
comprender, notar o captar algo, especialmente rápido o con astucia
Παραδείγματα
Cazó la señal de advertencia en la conversación.
Έπιασε το σήμα προειδοποίησης στη συζήτηση.
03
αποκτώ, αρπάζω
lograr o conseguir algo, a veces con esfuerzo o estrategia
Παραδείγματα
Cazó rápidamente el interés de los inversores.
Έπιασε γρήγορα το ενδιαφέρον των επενδυτών.



























