el cazador
cazador
catadorcavadorcalzador

Ορισμός και σημασία του "cazador"στα ισπανικά

01

κυνηγός

persona que caza animales 
el cazador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cazadores
αρσενικό ενικό
cazador
θηλυκό ενικό
cazadora
neutral form
persona cazadora
Παραδείγματα
El cazador siguió las huellas en el bosque. 

Ο κυνηγός ακολούθησε τα ίχνη στο δάσος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store