Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cazador
[gender: masculine]
01
persona que caza animales
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El cazador observó al animal desde lejos.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persona que caza animales